σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα

Όλα όσα πρέπει να γνωρίζετε για τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα.

Τα Σεξουαλικώς μεταδιδόμενα Νοσήματα (ΣΜΝ) παρότι αφορούν μια σημαντική μερίδα του πληθυσμού και επηρεάζουν άμεσα την ποιότητα της ζωής μας, συχνά ακολουθούνται από διάφορους μύθους σχετικά με τα συμπτώματα και τη μετάδοσή τους. Τα ταμπού που υπάρχουν στη συζήτηση γύρω από τα ΣΜΝ έχουν συχνά ως αποτέλεσμα να δημιουργούνται λανθασμένες εκτιμήσεις, φόβοι και πρακτικές που μπορεί να αποδειχθούν εξαιρετικά επιζήμια τόσο για εμάς όσο και για τους σεξουαλικούς μας συντρόφους.

Ας δούμε, όμως, τι πραγματικά ισχύει, καθώς τα ΣΜΝ είναι «εκεί έξω» και μπορεί όλοι να χρειαστεί κάποια στιγμή να τα αντιμετωπίσουμε με υπευθυνότητα και έγκαιρη διάγνωση.

ΣΜΝ ονομάζονται οι μολύνσεις οι οποίες μεταδίδονται από άνθρωπο σε άνθρωπο μέσω της σεξουαλικής επαφής, συμπεριλαμβανομένου του στοματικού και πρωκτικού σεξ.

Παρότι τα ΣΜΝ μπορούν θεωρητικά να προσβάλουν οποιοδήποτε σεξουαλικά ενεργό άτομο, υπολογίζεται ότι το 50% των ανθρώπων με ΣΜΝ ανήκει στις ηλικίες μεταξύ 15 και 25 ετών. Και αυτό διότι, σε αυτές τις ηλικίες οι νέοι έχουν περισσότερες πιθανότητες να έχουν πολλαπλούς σεξουαλικούς συντρόφους και, επίσης, να μην λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα προφύλαξης.

Για αυτόν ακριβώς τον λόγο είναι πάρα πολύ σημαντική κάθε δυνατή προφύλαξη, χωρίς, όμως, ποτέ κανένα μέσο προστασίας να εγγυάται 100% αποτελεσματική πρόληψη.

Υπάρχουν πολλά ΣΜΝ, εδώ θα επιχειρηθεί μια ανάλυση των συχνότερων. 

1) Τριχομονάδες.

Τη μόλυνση αυτή την προκαλεί ένα μικροσκοπικό παράσιτο, το οποίο αποτελείται από ένα και μόνο κύτταρο και ονομάζεται Trichomonas vaginalis.

Στις γυναίκες αυτό το παράσιτο μολύνει τον κόλπο και γενικά το κατώτερο γεννητικό σύστημα, ενώ στους άνδρες την ουρήθρα.

Το 70% των ανθρώπων (αφορά κυρίως τους άνδρες) που έχουν μολυνθεί από τριχομονάδες, δεν εκδηλώνουν συμπτώματα.

Στις περιπτώσεις, όμως, που η λοίμωξη συνοδεύεται από συμπτώματα αυτά είναι τα ακόλουθα:

Στις γυναίκες: δύσοσμο, αφρώδες κολπικό έκκριμα που μπορεί να περιέχει και αίμα. Ερεθισμός που μπορεί να συνοδεύεται από αίσθημα «καψίματος» της περιοχής των γεννητικών οργάνων. Συχνή ούρηση που μπορεί να είναι και επώδυνη, όπως επίσης και δυσπαρευνία, δηλαδή επώδυνη σεξουαλική επαφή.

Στους άνδρες: έκκριση υγρού από την ουρήθρα, φαγούρα στη βάλανο και γενικότερα στο πέος, αίσθημα «καψίματος» κατά την εκσπερμάτωση ή και μετά την ούρηση, πολύ συχνή και επώδυνη ούρηση.

Στις έγκυες γυναίκες οι τριχομονάδες μπορεί να προκαλέσουν επιπλοκές, όπως πρόωρο τοκετό, πρόωρη ρήξη μεμβράνης, χαμηλό βάρος γέννησης του παιδιού.

Η αντιμετώπιση των τριχομονάδων είναι εύκολη, τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες, συμπεριλαμβανομένων και των εγκύων, καθώς η αγωγή βασίζεται σε αντιβιοτικά φάρμακα από το στόμα. 

2) Χλαμύδια.

Προκαλούνται από το βακτήριο Chlamydia trachomatis και η μετάδοση γίνεται μέσω κάθε είδους σεξουαλικής επαφής (κολπικής, πρωκτικής ή στοματικής) καθώς και από τη μητέρα στο παιδί κατά τη διάρκεια του τοκετού. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, το παιδί μπορεί να εκδηλώσει πνευμονία ή σοβαρή οφθαλμική μόλυνση.

Η νόσος αντιμετωπίζεται εύκολα με τη λήψη αντιβιοτικών, αρκεί να διαγνωσθεί εγκαίρως, καθώς τις περισσότερες φορές περνά εντελώς απαρατήρητη.

Το 75% των γυναικών και το 50% των ανδρών που προσβάλλονται από το βακτήριο, δεν εμφανίζουν συμπτώματα. Σε όσους ή όσες όμως εκδηλώνονται, αυτά γίνονται αισθητά τις 10-20 πρώτες ημέρες από την στιγμή της μόλυνσης και τα κυριότερα είναι: κολπικές εκκρίσεις στις γυναίκες, εκκρίσεις από την ουρήθρα στους άνδρες, πόνος κατά την ούρηση και κατά την σεξουαλική επαφή, άλγος στην κάτω κοιλιακή χώρα, πόνος στους όρχεις.

Οι επιπτώσεις της νόσου, αν αυτή παραμείνει χωρίς θεραπεία, είναι πολύ σοβαρές τόσο για τις γυναίκες όσο και για τους άνδρες. Στις γυναίκες, η λοίμωξη μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την ισχυρή φλεγμονώδη αντίδραση της μήτρας και των σαλπίγγων. Αυτή με τη σειρά της μπορεί να εκδηλωθεί με άλγος στην πυελική χώρα, πυρετό και τελικά να οδηγήσει σε στειρότητα λόγω της καταστροφής των σαλπίγγων, των ωοθηκών και της μήτρας, ενώ αυξάνεται και ο κίνδυνος για εξωμήτρια κύηση.

Στους άνδρες, η μόλυνση μπορεί να προκαλέσει φλεγμονή στην επιδιδυμίδα, έναν μικρό σωλήνα δηλαδή που βρίσκεται στο πίσω μέρος κάθε όρχεως και μέσα στον οποίο περνούν και ωριμάζουν τα σπερματοζωάρια που παράγονται στον όρχι, προκαλώντας επίσης κίνδυνο στειρότητας.

Το βακτήριο μπορεί να επεκταθεί και στον προστάτη, προκαλώντας πόνο τόσο κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής όσο και μετά, πυρετό συνοδευμένο από ρίγη, πόνο κατά την ούρηση και άλγος χαμηλά στην κοιλιακή χώρα.

3) Κονδυλώματα.

Πρόκειται για τη συνηθέστερη κατηγορία ΣΜΝ που συναντάται και οφείλεται στους ιούς HPV.

Τα κονδυλώματα εμφανίζονται αρχικά ως μικρά εξογκώματα στο χρώμα του δέρματος. Ορισμένοι ασθενείς σε αυτή την αρχική φάση αναφέρουν αίσθημα κνησμού (φαγούρας). Στη συνέχεια, αυξάνονται συνήθως σε μέγεθος και αριθμό και είτε παραμένουν ως μεμονωμένα εξογκώματα, είτε συρρέουν σχηματίζοντας μικρές ή μεγάλες ανάγλυφες μάζες που μπορεί να πάρουν όψη κουνουπιδιού, παραμένοντας ωστόσο ανώδυνα.

Στη γυναίκα εντοπίζονται στα εξωτερικά γεννητικά όργανα, στο τράχηλο της μήτρας, στο κόλπο και στο πρωκτό.

Στους άνδρες, επίσης, στα εξωτερικά γεννητικά όργανα, και στην περιπρωκτική χώρα.

Η αντιμετώπιση των κονδυλωμάτων ποικίλλει αναλόγως με το μέγεθος, τον αριθμό, τη μορφολογία των κονδυλωμάτων και την ανατομική περιοχή στην οποία βρίσκονται.

4) Έρπης των γεννητικών οργάνων.

Πρόκειται για ένα πολύ συχνό ΣΜΝ, το οποίο προκαλείται από τους ιούς HSV-1 και HSV-2. Μεταδίδεται με την σεξουαλική επαφή, κολπική ή πρωκτική, με το στοματικό σεξ καθώς και από τη μητέρα στο παιδί, κατά τη διάρκεια του τοκετού.

Το νόσημα εκδηλώνεται με την πρωτολοίμωξη και έπειτα ακολουθούν επανειλημμένες υποτροπές της νόσου, οι οποίες συνήθως σχετίζονται με σωματικό ή ψυχικό stress.

Τα συμπτώματα διαρκούν συνολικά 1-3 εβδομάδες, αν και στην πρωτολοίμωξη μπορεί να παρουσιάζουν μεγαλύτερη ένταση και διάρκεια από ό,τι στις υποτροπές.

Η εκδήλωσή τους γίνεται με πολύ μικρές φυσαλίδες στα γεννητικά όργανα, τους γλουτούς και γύρω από τον πρωκτό, οι οποίες μπορεί να συνοδεύονται από πόνο, κνησμό και μερικές φορές διόγκωση τοπικά των λεμφαδένων.

Ο έρπης των γεννητικών οργάνων δεν μπορεί να θεραπευτεί οριστικά, ωστόσο τα αντιιικά φάρμακα που χορηγούνται ελέγχουν την συμπτωματολογία και μειώνουν τις υποτροπές.

5) Φθειρίαση του εφηβαίου (Ψείρες των τριχών της ήβης).

Οι ψείρες των γεννητικών οργάνων (που δεν πρέπει να συγχέονται με αυτές της κεφαλής) είναι μικρά παράσιτα που ζουν και αναπαράγονται στις τρίχες του εφηβαίου, και τρέφονται με ανθρώπινο αίμα.

Προκαλούν πολύ έντονη φαγούρα λόγω του σάλιου που εκκρίνουν και μεταδίδονται με τη σεξουαλική επαφή.

Η φθειρίαση του εφηβαίου δεν είναι επικίνδυνη για την υγεία αυτή καθαυτή, αλλά λόγω του έντονου κνησμού που προκαλεί, μπορεί να επακολουθήσει ερεθισμός της περιοχής.

Μερικές φορές τα άτομα με φθειρίαση του εφηβαίου μπορεί να εμφανίσουν μπλε κηλίδες στο δέρμα, στα πλάγια του κορμού και στην εσωτερική επιφάνεια των μηρών, οι οποίες ονομάζονται «maculae ceruleae». Οι κηλίδες αυτές οφείλονται σε μια ουσία που απελευθερώνουν οι ψείρες μέσα στο δέρμα η οποία έχει αντιπηκτικές ιδιότητες.

Η θεραπεία της φθειρίασης του εφηβαίου, είναι αντίστοιχη με εκείνη της φθειρίασης του τριχωτού κεφαλής.

6) Γονόρροια (Βλεννόροια).

Προκαλείται από το μικρόβιο Neisseria gonorrhoeae το οποίο κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής (κολπικής, πρωκτικής, στοματικής) μπορεί να μολύνει την ουρήθρα, το ορθό έντερο, τον λαιμό και τον τράχηλο της μήτρας στις γυναίκες. Μπορεί, επίσης, να μεταδοθεί από τη μητέρα στο παιδί κατά τη διάρκεια του τοκετού, προσβάλλοντας έτσι κυρίως τα μάτια του νεογνού.

Τις περισσότερες φορές δεν παρουσιάζονται συμπτώματα, όταν όμως αυτά εμφανιστούν, εκδηλώνονται περίπου 10 ημέρες μετά τη μετάδοση και τα κυριότερα είναι: πυώδεις εκκρίσεις από την ουρήθρα ή τον κόλπο, πόνος κατά την ούρηση, πόνος ή πρήξιμο στους όρχεις, κολπική αιμορραγία στο μεσοδιάστημα των περιόδων ή κατά την σεξουαλική επαφή, άλγος χαμηλά στην κοιλιακή χώρα, πυώδεις εκκρίσεις από το ορθό έντερο και παρουσία αίματος.

Σε περίπτωση που προσβληθούν τα μάτια, τα συμπτώματα περιλαμβάνουν πυώδεις εκκρίσεις, φωτοευαισθησία και οφθαλμικό πόνο. Αν προσβληθεί ο λαιμός, τότε χαρακτηριστικές εκδηλώσεις της πάθησης είναι ο πονόλαιμος και το πρήξιμο των τοπικών λεμφαδένων.

Η γονόρροια θεραπεύεται με συστηματική αντιβίωση που πρέπει να ληφθεί τόσο από τον ασθενή, όσο και από τον σεξουαλικό του σύντροφο, καθώς μπορεί να προκαλέσει στειρότητα στις γυναίκες όπως και στους άνδρες.

7) Ηπατίτιδα B και C.

Υπάρχουν 3 διαφορετικά στελέχη του ιού της ηπατίτιδας (A, B, C). Από αυτά, οι ηπατίτιδες B και C θεωρούνται ΣΜΝ. Η ηπατίτιδα B μεταδίδεται με σωματικά υγρά και αίμα, συνεπώς κατά τη σεξουαλική επαφή χωρίς προφύλαξη. Η ηπατίτιδα C μεταδίδεται συχνότερα μέσω της έκθεσης σε αίμα (μολυσμένες βελόνες).

Ο κίνδυνος μετάδοσης του ιού της ηπατίτιδας C κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής πράξης είναι αρκετά χαμηλός, αυξάνεται, ωστόσο, αν η σεξουαλική πράξη γίνεται κατά τη διάρκεια εμμηνόρροιας (περιόδου) καθώς και στην περίπτωση του πρωκτικού σεξ, όπου ο κίνδυνος αιμορραγίας λόγω τραυματισμού είναι μεγαλύτερος.

Η λοίμωξη από τους ιούς της ηπατίτιδας B ή C προσβάλλει κυρίως το συκώτι, οδηγώντας σε φλεγμονή του και προκαλώντας ουλές, με αποτέλεσμα πολλές φορές κίρρωση του ήπατος ή ακόμα και καρκίνο.

Ο προληπτικός εμβολιασμός έναντι του ιού της ηπατίτιδας B (HBV) θα πρέπει να γίνεται σε άτομα όλων των ηλικιών που δεν έχουν μολυνθεί από τον ιό. 

8) Σύφιλη.

Η σύφιλη προκαλείται από το βακτήριο Treponema pallidum και συνήθως ξεκινά με μια ανώδυνη πληγή στα γεννητικά όργανα, στο ορθό έντερο ή στη στοματική κοιλότητα, δηλαδή στα πιθανά σημεία που μπορεί να εισχωρήσει το βακτήριο κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής.

Η πληγή δε γίνεται πάντα αντιληπτή, όταν όμως εντοπιστεί από τον ασθενή, συνοδεύεται συνήθως και από διόγκωση των λεμφαδένων.

Μετά την αρχική είσοδο στον οργανισμό, το βακτήριο μπορεί να παραμείνει αδρανές έως και για πολλά χρόνια, χωρίς να προκαλέσει συμπτώματα. Όταν ενεργοποιηθεί, εμφανίζεται εξάνθημα σε όλο το σώμα συμπεριλαμβανομένων των παλαμών και των πελμάτων που, όμως, δε συνοδεύεται από κνησμό. Συμβαίνει, επίσης, μερικοί ασθενείς να έχουν παράλληλα πυρετό, πρήξιμο στους λεμφαδένες, μυϊκούς πόνους και πονόλαιμο.

Αν γίνει διάγνωση μέχρι και σε αυτό το στάδιο, η σύφιλη μπορεί να θεραπευτεί με αντιβιοτική αγωγή. Αν, όμως, οι ασθενείς παραμείνουν χωρίς θεραπεία, τότε το 15-30% αυτών μπορεί να εκδηλώσουν μη αναστρέψιμες βλάβες στο νευρικό σύστημα, στην καρδιά, στον εγκέφαλο, στο συκώτι, στα οστά και σε κάποιες περιπτώσεις να επέλθει ακόμη και θάνατος.

Τέλος, η σύφιλη μπορεί να μεταδοθεί από μητέρα που πάσχει από σύφιλη στο παιδί, είτε μέσω του πλακούντα (κατά τη διάρκεια της κύησης) είτε κατά τη διάρκεια του τοκετού, προκαλώντας σε μερικές περιπτώσεις έντονες δυσμορφίες στο παιδί. Για αυτόν τον λόγο, στις μέλλουσες μητέρες γίνονται, στην αρχή της κύησης προληπτικά, εξετάσεις αίματος για διάγνωση σύφιλης.

9) AIDS.

Το AIDS είναι λοίμωξη από τον ιό HIV. Σε αυτή την πάθηση το ανοσοποιητικό σύστημα σταδιακά αποδυναμώνεται με αποτέλεσμα να μη μπορεί να αντισταθεί σε κανέναν παθογόνο μικροοργανισμό.

Άτομα που πάσχουν από κάποιο άλλο ΣΜΝ έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να προσβληθούν από τον ιό HIV, διότι τα ΣΜΝ που προκαλούν διαβρώσεις και πληγές παρέχουν μια πύλη εισόδου για τον HIV, ο οποίος μπορεί να εισχωρήσει με μεγαλύτερη ευκολία στον οργανισμό.