Έρπης γεννητικών οργάνων

Τι είναι ο έρπης των γεννητικών οργάνων;

Ο έρπης είναι ένα ιδιαίτερα συχνό σεξουαλικώς  μεταδιδόμενο νόσημα, το οποίο οφείλεται στον ανθρώπινο ιό HSV (Herpes Simplex Virus). Διακρίνονται δυο τύποι HSV,  ο HSV-1 και ο HSV-2. Ο έρπης των γεννητικών οργάνων οφείλεται συχνότερα στον HSV-2 και λιγότερο συχνά στον HSV-1, ο οποίος κατά κύριο λόγο προκαλεί τον  επιχείλιο έρπη.

Το νόσημα εκδηλώνεται αρχικά με την πρωτολοίμωξη και στη συνέχεια ακολουθούν επανειλημμένες υποτροπές της νόσου.

Συνήθως η μετάδοση του ιού γίνεται από ασυμπτωματικούς φορείς (άτομα που ξέρουν ότι έχουν μολυνθεί από τον ιό, αλλά δεν εκδηλώνουν συμπτώματα) ή από άτομα τα οποία δε γνωρίζουν ότι έχουν μολυνθεί από τον ιό.

Πώς μεταδίδεται ο ιός;

Η μετάδοση του HSV γίνεται με την άμεση επαφή του δέρματος ή των βλεννογόνων του υγιούς  σεξουαλικού συντρόφου, με μολυσμένα από τον ιό υγρά του σώματος (όπως σάλιο, κολπικό ή ουρηθρικό έκκριμα) του συντρόφου ο οποίος φέρει τον ιό.

Ο HSV-1 μεταδίδεται κυρίως με το σάλιο, ενώ ο HSV-2 με τη σεξουαλική επαφή ή από την πάσχουσα μητέρα στο νεογνό κατά τη δίοδό του από τον γεννητικό σωλήνα.

Τι προκαλεί ο ιός όταν εισχωρήσει στον οργανισμό;

Όταν ο ιός καταφέρει να μπει στο δέρμα ή στους βλεννογόνους, τότε αρχίζει να πολλαπλασιάζεται μέσα στα κύτταρα της επιδερμίδας ή των βλεννογόνων προκαλώντας την προσωρινή καταστροφή τους, η οποία εκδηλώνεται με τον σχηματισμό φυσαλίδων και τοπικής φλεγμονής. Στη συνέχεια, μέσω των αισθητικών περιφερικών νεύρων, ο ιός ξεκινά το ταξίδι του στο εσωτερικό του σώματος  και φθάνει στις ρίζες των αισθητικών περιφερικών νεύρων (νωτιαία γάγγλια), όπου παραμένει και «κοιμάται».

Διάφοροι εκλυτικοί παράγοντες είναι ικανοί να «ξυπνήσουν» τον ιό, ο οποίος θα κάνει την αντίστροφη πορεία, από τις ρίζες των νεύρων όπου «κοιμόταν» μέχρι το δέρμα ή τους βλεννογόνους και εκεί θα προκαλέσει την εμφάνιση μιας υποτροπής.

Πώς εκδηλώνεται η λοίμωξη;

Η λοίμωξη εκδηλώνεται με την πρωτολοίμωξη και με τις υποτροπιάζουσες λοιμώξεις.

Πρωτολοίμωξη

Δύο έως και είκοσι ημέρες από τη στιγμή που θα έρθει σε επαφή ένα άτομο με τον ιό, αρχίζουν να εμφανίζονται συμπτώματα παρόμοια με αυτά της γρίπης, όπως πυρετός, πονοκέφαλος, γενικό αίσθημα κακουχίας και μυαλγίες. Σταδιακά τα συμπτώματα επιδεινώνονται και φθάνουν στην κορύφωσή τους τις τρεις πρώτες ημέρες της εμφάνισης του εξανθήματος, κατά τη διάρκεια των οποίων οι ασθενείς αναφέρουν επιπλέον πόνο τοπικά στην περιοχή του εξανθήματος, κνησμό (φαγούρα), δυσουρία (δυσκολία στην ούρηση), κολπική και ουρηθρική έκκριση, επώδυνη λεμφαδενίτιδα στη βουβωνική χώρα ακόμη και κατακράτηση ούρων.

Τοπικά στο δέρμα και στους βλεννογόνους, στην περιοχή μεταξύ ομφαλού και γλουτών, παρατηρούνται κόκκινες περιοχές δέρματος, στην επιφάνεια των οποίων αναπτύσσονται φυσαλίδες κατά ομάδες. Οι φυσαλίδες σπάνε γρήγορα, αφήνοντας διαβρώσεις.

Στις γυναίκες, σε περίπτωση μόλυνσης του κόλπου από τον ιό, παρατηρούνται οίδημα, βαθιές διαβρώσεις (έλκη), νεκρωτικές βλάβες και κολπικές εκκρίσεις.

Σταδιακά η συμπτωματολογία υποχωρεί. Ο ασθενής δυνητικά είναι μεταδοτικός τις πρώτες 15 ημέρες.

Το εξάνθημα υποχωρεί εντελώς συνήθως μέσα σε 2 έως 4 εβδομάδες. Ορισμένες φορές στην προσβληθείσα περιοχή μπορεί να παραμείνουν κηλίδες δέρματος πιο ανοιχτόχρωμες ή πιο σκουρόχρωμες.

Σε μεγάλο ποσοστό των ασθενών (μέχρι και 80%) η πρωτολοίμωξη δεν προκαλεί συμπτώματα.

Σε ένα μικρό ποσοστό ασθενών, συχνότερα σε γυναίκες, λίγες ημέρες μετά την εμφάνιση των δερματικών βλαβών, μπορεί να παρουσιαστεί άσηπτη μηνιγγίτιδα, η οποία υφίεται σε μια εβδομάδα, χωρίς ωστόσο νευρολογικές επιπτώσεις. Η μηνιγγίτιδα χαρακτηρίζεται από υψηλό πυρετό και αυχενική δυσκαμψία.

Υποτροπιάζουσα λοίμωξη.

Συνήθως στις υποτροπές του έρπη των γεννητικών οργάνων δεν υπάρχουν συστηματικά συμπτώματα. Πριν την εμφάνιση της υποτροπής οι ασθενείς παραπονούνται για πόνο και αίσθημα καύσου στην περιοχή όπου θα εμφανιστεί το εξάνθημα. Μετά από 2 έως 48 ώρες από την εμφάνιση αυτών των συμπτωμάτων, παρατηρούνται στην ίδια περίπου περιοχή όπου είχαν εκδηλωθεί οι βλάβες της πρωτολοίμωξης κόκκινες περιοχές πάνω στις οποίες δημιουργούνται μικρές φυσαλίδες, λιγότερες σε αριθμό συγκριτικά με τη πρωτολοίμωξη, οι οποίες σπάνε γρήγορα αφήνοντας διαβρώσεις. Οι βλάβες είναι επώδυνες.

Κατά τις πρώτες 5 ημέρες από την αρχή της εκδήλωσης των συμπτωμάτων, ο ασθενής μπορεί να μεταδώσει τον ιό. Οι βλάβες θεραπεύονται γρηγορότερα σε σχέση με τη πρωτολοίμωξη, μέσα σε 3 έως 4 ημέρες δημιουργούνται ξερές κρούστες οι οποίες επιτρέπουν την επούλωση.

Ποιες καταστάσεις μπορούν να προκαλέσουν υποτροπή του έρπη των γεννητικών οργάνων (υποτροπιάζουσα λοίμωξη);

Διάφοροι εκλυτικοί παράγοντες είναι ικανοί να «ξυπνήσουν» τον απλό έρπη και να προκαλέσουν υποτροπή. Οι πιο συχνές αιτίες υποτροπής είναι: o πυρετός, το συναισθηματικό στρες, ένας τραυματισμός, η έμμηνος ρύση και η ανοσοκαταστολή (AIDS, λευχαιμίες ή λεμφώματα, χημειοθεραπεία ή ακτινοθεραπεία, λήψη κορτικοστεροειδών ή ανοσοκατασταλτικών φαρμάκων μετά από μεταμόσχευση οργάνων).

Πώς γίνεται η διάγνωση;

Η διάγνωση για τον δερματολόγο συνήθως είναι εύκολη και στηρίζεται στην κλινική εξέταση. Είναι σημαντικό ωστόσο να καθοριστεί και ο υπεύθυνος τύπος HSV (αν δηλαδή πρόκειται για τον HSV-1 ή τον HSV-2), διότι ο καθορισμός του τύπου του ιού έχει σημασία για την πρόγνωση της πάθησης. Έχει παρατηρηθεί ότι ο HSV-2 προκαλεί περισσότερες υποτροπές και μπορεί να μεταδοθεί ευκολότερα από ασυμπτωματικούς φορείς συγκριτικά με τον HSV-1.

Γι’ αυτόν τον λόγο, αν ο δερματολόγος διαγνώσει έρπη γεννητικών οργάνων, μπορεί εν συνεχεία να συστήσει λήψη υγρού από τις βλάβες και ακόλουθη καλλιέργεια και τυποποίηση, έτσι ώστε να διευκρινιστεί ποιος τύπος HSV είναι υπεύθυνος.

Μια άλλη μέθοδος εντοπισμού του υπεύθυνου ιού είναι η PCR. Πρόκειται για  μια πιο ευαίσθητη μέθοδο με την οποία ανιχνεύεται το DNA του ιού HSV.

Επίσης, μπορεί να ζητηθεί εξέταση αίματος για την ανίχνευση των ειδικών αντισωμάτων ενάντια στους ιούς

Πώς αντιμετωπίζεται η ερπητική λοίμωξη;

Καθώς δεν υπάρχει θεραπεία για την εκρίζωση του έρπη HSV από τον οργανισμό, η θεραπευτική αντιμετώπιση στοχεύει στη μείωση των υποτροπών και στην αποτελεσματική  αντιμετώπισή τους όταν αυτές εκδηλωθούν.

Επίσης, σκοπός της θεραπείας είναι η μείωση της εξάπλωσης του ιού και η μείωση των επιπλοκών που δυνητικά μπορούν να προκληθούν, όπως η άσηπτη μηνιγγίτιδα και η κατακράτηση ούρων.

Η ακυκλοβίρη αλλά κυρίως τα νεότερα αντιιικα, όπως η βαλασυκλοβίρη  και η φαμσικλοβίρη, όταν δοθούν από το στόμα (συστηματική χορήγηση), μπορούν να μειώσουν την ένταση, την έκταση και τη διάρκεια των συμπτωμάτων και του εξανθήματος, τόσο στην πρωτολοίμωξη όσο και στις υποτροπές. Η αποτελεσματικότητα της αγωγής αυξάνεται όσο νωρίτερα ξεκινήσει η θεραπεία, η οποία ιδανικά πρέπει να αρχίσει εντός 72 ωρών από την εμφάνιση του εξανθήματος.

Η τοπική θεραπεία με τα αντιερπητικά φάρμακα δεν προσφέρει ιδιαίτερο όφελος.

Στα ανοσοκατεσταλμένα άτομα, τα οποία εμφανίζουν συχνότερες υποτροπές και πιο σοβαρές βλάβες, η θεραπεία μπορεί να χορηγηθεί για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και σε υψηλότερες δόσεις σε σύγκριση με εκείνες που χορηγούνται στα άτομα που δεν είναι ανοσοκατεσταλμένα. Σε πολύ σοβαρά περιστατικά απαιτείται ενδοφλέβια θεραπεία σε νοσοκομειακό περιβάλλον.

Εκτός από τα διάφορα θεραπευτικά σχήματα τα οποία υπάρχουν και χορηγούνται για  την πρωτολοίμωξη και για τις υποτροπές, υπάρχει η δυνατότητα κατασταλτικής αγωγής. Η αγωγή αυτή χορηγείται όταν ο ασθενής εμφανίζει περισσότερα από 6 επεισόδια (υποτροπές) έρπη των γεννητικών οργάνων στη διάρκεια ενός έτους και βασίζεται στην καθημερινή λήψη αντιιικού φαρμάκου από το στόμα, για διάστημα συνήθως όχι μικρότερο των 6 μηνών (6 μήνες με 1 χρόνο ή και περισσότερο).

Η κατασταλτική αγωγή μειώνει τη συχνότητα τόσο των κλινικών υποτροπών (δηλαδή αυτών που αντιλαμβάνεται ο ασθενής) όσο και των υποκλινικών (δηλαδή αυτών που δεν αντιλαμβάνεται ο ασθενής διότι δεν προκαλούν συμπτώματα) τουλάχιστον για το χρονικό διάστημα που χορηγείται.