Ξανθελάσματα

Τι είναι τα ξανθελάσματα.

Ο όρος ξανθέλασμα προέρχεται από τις λέξεις ξανθός (κίτρινος) και έλασμα (χτυπημένη μεταλική πλάκα). Το ξανθέλασμα λοιπόν είναι δερματική βλάβη η οποία εμφανίζεται με τη μορφή επίπεδης πλάκας, χρώματος κίτρινου ή πορτοκαλί στο πάνω ή το κάτω βλέφαρο ή και στα δύο μαζί, συνήθως προς τη μύτη, με μέγεθος που κυμαίνεται από 2 χιλιοστά έως και 3 εκατοστά. Τα ξανθελάσματα έχουν σχήμα στρογγυλό, οβάλ ή ακανόνιστο, σαφή όρια και είναι μαλακά, ημίσκληρα ή σκληρά (ασβεστώδη). Συχνά παρουσιάζονται συμμετρικά στα βλέφαρα, αν και πιο συχνά στα άνω βλέφαρα, ωστόσο πολλές φορές μπορούν να εμφανιστούν και στα τέσσερα βλέφαρα, τόσο δηλαδή στα άνω, όσο και στα κάτω και των δύο ματιών. Έχουν την τάση αν αφεθούν δίχως θεραπεία να μεγαλώνουν και να συγχωνεύονται μεταξύ τους δημιουργώντας ξανθελάσματα μεγαλύτερων διαστάσεων.

Πού οφείλονται;

Τα ξανθελάσματα οφείλονται σε συσσώρευση χοληστερόλης στο δέρμα. Το 50% του ποσοστού των ανθρώπων με ξανθελάσματα έχουν και αυξημένα επίπεδα λιπιδίων στο αίμα. Δηλαδή μπορεί να έχουν:

Υψηλή χοληστερόλη η οποία σε μερικές περιπτώσεις μπορεί να είναι και κληρονομική.

Διαταραγμένα επίπεδα λιποπρωτεϊνών, όπως για παράδειγμα υψηλή LDL (κακή χοληστερόλη) και χαμηλή HDL (καλή χοληστερόλη).

Ηπατική νόσο, ή αλλιώς πρωτοπαθή χολική κίρρωση με αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης στο αίμα.

Ένας απορρυθμισμένος διαβήτης μπορεί επίσης να γίνει αιτία υπερλιπιδαιμίας.

Ωστόσο στο 50% των περιπτώσεων με ξανθελάσματα, οι άνθρωποι που τα φέρουν δεν παρουσιάζουν καμία διαταραχή των λιπιδίων στο αίμα.

Ποιοι διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης;

Τα ξανθελάσματα εμφανίζονται κυρίως σε άτομα ηλικίας μεταξύ 40 και 60 ετών. Μπορούν να κάνουν την εμφάνιση τους όμως και ενωρίτερα, στη εφηβική ηλικία, πολύ σπάνια όμως θα εμφανιστούν σε παιδιά ηλικίας μικρότερης των 15 ετών.

Ως προς το φύλο, παρατηρούνται συχνότερα στις γυναίκες συγκριτικά με τους άνδρες.

Τα ξανθελάσματα είναι πιο συχνά στους μεσογειακούς και ασιατικούς λαούς.

Τι συμπτώματα προκαλούν;

Τα ξανθελάσματα είναι δερματικές βλάβες οι οποίες δεν έχουν τάση για κακοήθεια. Δεν παρουσιάζουν πόνο ή φαγούρα. Επίσης δεν επηρεάζουν την όραση ή την λειτουργικότητα των βλεφάρων, ενώ σπανίως μπορεί να γίνουν αιτία πτώσης τους.

Οι ασθενείς με ξανθελάσματα απευθύνονται στον δερματολόγο ζητώντας την θεραπεία των ξανθελασμάτων κυρίως για αισθητικούς λόγους.

Πότε πρέπει να απευθυνθώ στον γιατρό.

Τα ξανθελάσματα ως δερματικές βλάβες είναι καλοήθεις αλλά μπορεί να είναι ένδειξη ότι τα επίπεδα των λιπιδίων στο αίμα είναι διαταραγμένα. Τι σημαίνει αυτό; Όταν τα λιπίδια κυρίως LDL“κακή χοληστερόλη” που κυκλοφορούν στο αίμα είναι αυξημένα, τότε υπάρχει κίνδυνος αθηροσκλήρωσης. Δηλαδή με την πάροδο του χρόνου τα λιπίδια αυτά συσσωρεύονται στα τοιχώματα των αρτηριών και σχηματίζουν πλάκες, οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα οι αρτηρίες σταδιακά να χάνουν την ελαστικότητα τους και να μειώνεται η διάμετρός τους. Εξαιτίας της αθηροσκλήρωσης, οι στενότερες και σκληρότερες αρτηρίες δεν είναι ικανές να τροφοδοτήσουν σημαντικά όργανα, όπως η καρδιά και ο εγκέφαλος με τις απαιτούμενες ποσότητες αίματος που περιέχει πολύτιμο οξυγόνο και έτσι αυξάνεται ο κίνδυνος καρδιακής νόσου, εμφράγματος και εγκεφαλικού επεισοδίου.

Επιστημονικές μελέτες έχουν καταδείξει ότι όσοι έχουν ξανθελάσματα, διατρέχουν έως και 12% υψηλότερο κίνδυνο να υποστούν έμφραγμα μέσα στην επόμενη δεκαετία.

Συνεπώς, αν εμφανιστούν ξανθελάσματα σε έναν ασθενή, αυτός θα πρέπει να επισκεφτεί άμεσα τον γιατρό ο οποίος θα ζητήσει μια σειρά από εργαστηριακές εξετάσεις για τον έλεγχο της χοληστερίνης, τριγλικεριδίων HDL, LDL. Θα διερευνήσει αν συνυπάρχουν διαβήτης, υψηλή πίεση, παχυσαρκία και αν ο ασθενής καπνίζει.

Πώς αντιμετωπίζονται;

Τα ξανθελάσματα δεν υποχωρούν από μόνα τους. Είτε παραμένουν στο ίδιο μέγεθος, είτε με την πάροδο του χρόνου μεγαλώνουν και δημιουργούνται καινούρια, τα οποία μπορεί να συγχωνευθούν με τα ήδη υπάρχοντα σχηματίζοντας μεγαλύτερου μεγέθους βλάβες.

Μια φαρμακευτική ή διατροφική αγωγή που ακολουθούνται μεμονωμένα, σπανίως είναι ικανές να τα εξαφανίσουν.

Τα ξανθελάσματα μπορούν να αφαιρεθούν με μια από τις ακόλουθες μεθόδους:

Διάλυσή τους με τριχλωροξικό οξύ.

Εξάχνωση με laser.

Χειρουργική αφαίρεση.

Κρυοχειρουργική με υγρό άζωτο.

Ηλεκτροχειρουργική (διαθερμοπηξία).

Οι θεραπείες αυτές λειτουργούν πολύ καλά, οι βλάβες όμως μπορεί να ξαναεμφανιστούν σε άτομα με οικογενειακή προδιάθεση ή με υψηλή χοληστερόλη.