Υπεριδρωσία

Τι είναι η υπεριδρωσία;

Με τον όρο υπεριδρωσία περιγράφουμε την υπερβολική παραγωγή ιδρώτα από τους ιδρωτοποιούς αδένες του δέρματος.

Ενώ η παραγωγή ιδρώτα, σε φυσιολογικά επίπεδα, είναι σημαντική για τη διατήρηση της θερμοκρασίας του σώματος και για την ενυδάτωση του δέρματος, η υπεριδρωσία είναι μια παθολογική κατάσταση η οποία, αν και δεν είναι άμεσα απειλητική για τη ζωή, έχει αρνητική επίπτωση στην ποιότητα της και δυνητικά μπορεί να προκαλέσει σοβαρά εργασιακά και ψυχολογικά προβλήματα στον άνθρωπο που πάσχει.

 

Ποιες μορφές υπεριδρωσίας υπάρχουν;

Η υπεριδρωσία χωρίζεται σε δύο κατηγορίες:

Την πρωτοπαθή και την δευτεροπαθή.

Η πρωτοπαθής υπεριδρωσία είναι συνήθως εντοπισμένη (εστιακή) στις μασχάλες, στις παλάμες και στα πέλματα, όπου δηλαδή υπάρχει και μεγαλύτερη συγκέντρωση ιδροτοποιών αδένων, ενώ σπανιότερα εκδηλώνεται σε όλη την περιοχή του σώματος (γενικευμένη).

Από τις εντοπίσεις της εστιακής υπεριδρωσίας η μασχαλιαία υπεριδρωσία είναι η συχνότερη, συγκριτικά με τις άλλες δύο, ενώ η παλαμιαία είναι αυτή που δυσκολεύει την εργασία, ειδικότερα αν αυτή είναι χειρωνακτική, και επιπλέον περιορίζει τις κοινωνικές επαφές του ατόμου που πάσχει.

Η πρωτοπαθής υπεριδρωσία, είτε αυτή είναι εστιακή είτε γενικευμένη, οφείλεται σε μια δυσλειτουργία της αλληλεπίδρασης ανάμεσα στο νευρικό σύστημα και τους έκκρινους ιδρωτοποιούς αδένες.

Η αιτία αυτής της δυσλειτουργίας είναι άγνωστη, αλλά εικάζεται ότι παίζει ρόλο η κληρονομικότητα, διότι σχεδόν πάντα στην οικογένεια του πάσχοντος υπάρχουν και άλλα άτομα με ιστορικό εστιακής υπεριδρωσίας.

Συνήθως, ξεκινά κατά την εφηβική ηλικία ή ακόμα νωρίτερα και φαίνεται ότι επιδεινώνεται από το στρες και γενικά τη συναισθηματική φόρτιση.

Η δευτεροπαθής υπεριδρωσία είναι μια μορφή υπερβολικής παραγωγής ιδρώτα, η οποία σχετίζεται με μια υποκείμενη παθολογική κατάσταση. Έτσι, αυτό το είδος υπεριδρωσίας μπορεί να συνοδεύει:

  • Τις λοιμώξεις και τον πυρετό.
  • Ορισμένες νευρολογικές παθήσεις, όπως τη νόσο Parkinson.
  • Ενδοκρινολογικές παθήσεις, όπως τον σακχαρώδη διαβήτη και την υπογλυκαιμία, νοσήματα του θυροειδούς αδένα και την υπερλειτουργία της υπόφυσης.
  • Την εμμηνόπαυση.
  • Τραυματισμούς, όπως ατυχήματα του μυελού των οστών.
  • Τη διακοπή λήψης αλκοόλ ή ναρκωτικών.
  • Τη νόσο Hodgkin.
  • Τη συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια.
  • Την παχυσαρκία.

Τα κριτήρια που μας βοηθούν να διακρίνουμε αν η υπεριδρωσία είναι πρωτοπαθής ή δευτεροπαθής είναι τα ακόλουθα:

Η πρωτοπαθής υπεριδρωσία:

  • Συνήθως είναι εστιακή, δηλαδή εκδηλώνεται σε μία ή περισσότερες εστίες και δεν είναι γενικευμένη σε όλο το σώμα.
  • Προσβάλλονται ταυτόχρονα οι δύο μασχάλες, οι δύο παλάμες, τα δύο πέλματα. Ενδεχομένως συνυπάρχει υπεριδρωσία σε όλες αυτές τις θέσεις αλλά μπορεί και όχι.
  • Η υπεριδρωσία λιγοστεύει ή και εξαφανίζεται κατά τη διάρκεια του ύπνου.
  • Υπάρχει κληρονομικότητα και απουσιάζει κάποια υποκείμενη πάθηση.

Η δευτεροπαθής υπεριδρωσία:

  • Συνήθως είναι γενικευμένη σε όλο το σώμα και όχι εστιακή.
  • Εκδηλώνεται έντονα κατά τη διάρκεια του ύπνου.
  • Δεν υπάρχει κληρονομικότητα, ενώ συνυπάρχει κάποιο υποκείμενο νόσημα.

 

Πώς αντιμετωπίζεται η υπεριδρωσία;

Όσον αφορά τη δευτεροπαθή υπεριδρωσία, απαιτείται να αντιμετωπιστεί η υποκείμενη παθολογική κατάσταση που την προκαλεί.

Η πρωτοπαθής, ωστόσο, υπεριδρωσία μπορεί να αντιμετωπιστεί με τις ακόλουθες μεθόδους.

 

Αντιιδρωτικά

Συνήθως, αποτελούν την πρώτη επιλογή για την αντιμετώπιση της εστιακής υπεριδρωσίας.

Πρόκειται για σκευάσματα που εφαρμόζονται τοπικά για τη μέτριου βαθμού υπεριδρωσία στις μασχαλιαίες περιοχές, τα οποία όμως δεν επαρκούν για τις σοβαρότερες περιπτώσεις, καθώς και για τις παλαμοπελματιαίες περιοχές.

Το κύριο συστατικό των περισσοτέρων κοινών αντιιδρωτικών είναι τα άλατα αλουμινίου, τα οποία ασκούν την αντιιδρωτική δράση τους μέσω της απόφραξης του εκφορητικού πόρου του ιδρωτοποιού αδένα.

Τα άλατα αλουμινίου μπορεί να προκαλέσουν, τοπικά στην περιοχή που εφαρμόζονται, ερεθισμό και κάποιες φορές πόνο.

 

Ιοντοφόρηση

Αποτελεί μια λύση για την ήπια και μέτρια υπεριδρωσία των παλαμών και πελμάτων.

Βασίζεται στην εισαγωγή ιονισμένων σωματιδίων στο δέρμα μέσω της χρήσης ηλεκτρικού ρεύματος, τα οποία αποφράσσουν τους εκφορητικούς πόρους των ιδρωτοποιών αδένων.

Πρόκειται για μια χρονοβόρα θεραπεία, καθώς κάθε συνεδρία διαρκεί 10 έως 40 λεπτά. Αρχικά απαιτούνται 2-6 συνεδρίες την εβδομάδα μέχρι να επιτευχθεί η φυσιολογική εφίδρωση και στη συνέχεια, για να διατηρηθούν τα αποτελέσματα της, χρειάζεται να επαναλαμβάνονται κάθε 3-6 εβδομάδες επ’ αόριστον.

Στα μειονεκτήματα της ιοντοφόρησης, στην οποία χρησιμοποιείται συνεχές ρεύμα, είναι η ενόχληση, το αίσθημα καύσου, ο ερεθισμός του δέρματος, η δημιουργία φυσαλίδων, καθώς και η πιθανότητα εγκαύματος.

Η θεραπεία αντενδείκνυται στις εγκύους, στους ανθρώπους που έχουν βηματοδότη και σε αυτούς που φέρουν μεταλλικά ορθοπεδικά εμφυτεύματα.

 

Θεραπεία με βοτουλινική τοξίνη

Η βοτουλινική τοξίνη τύπου Α είναι μια φυσική πρωτεΐνη που χρησιμοποιείται περίπου από το 1950 για την θεραπεία διαφόρων νευρολογικών και μυϊκών παθήσεων. Κατά τη διάρκεια αυτών των θεραπειών παρατηρήθηκε ότι μειωνόταν η υπερέκκριση του ιδρώτα στην υπό θεραπεία περιοχή. Έτσι η βοτουλινική τοξίνη τύπου Α, η οποία στην Ευρώπη διατίθεται με την εμπορική ονομασία Botox ή Dysport, πήρε επίσημη έγκριση από τον Αμερικανικό Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA), καθώς και από τον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων (ΕΟΦ) για την επί μακρώ μείωση της ανεπιθύμητης υπεριδρωσίας των μασχαλών, των παλαμών και των πελμάτων.

Η βοτουλινική τοξίνη εφαρμόζεται με ενδοδερμικές εγχύσεις στις περιοχές της υπεριδρωσίας.

Πριν την εφαρμογή της γίνεται το τεστ ιωδίου-αμύλου το οποίο αποσκοπεί στο να δείξει ακριβώς τις περιοχές όπου υπάρχει μεγαλύτερη παραγωγή ιδρώτα. Το τεστ αυτό γίνεται ως εξής:

Αρχικά, στα σημεία της υπεριδρωσίας που αναφέρει ο ενδιαφερόμενος, επαλείφεται βάμμα ιωδίου 5% το οποίο παραμένει για διάστημα πέντε λεπτών. Στη συνέχεια, εφαρμόζεται σκόνη αμύλου και μετά από ελάχιστα λεπτά οι περιοχές οι οποίες παρουσιάζουν εντονότερη εφίδρωση βάφονται έντονα με ιώδες ή σκούρο μαύρο χρώμα. Με αυτόν τον τρόπο μαρκάρεται όλη η περιοχή της υπεριδρωσίας και ακολούθως γίνεται η έγχυση ενδοδερμικά της βοτουλινικής τοξίνης με μικρά τσιμπηματάκια σε απόσταση περίπου ενός εκατοστού το ένα από το άλλο.

Η βοτουλινική τοξίνη είναι μια πολύ ευαίσθητη πρωτεΐνη στις υψηλές θερμοκρασίες οι οποίες μπορεί να την απενεργοποιήσουν και για τον λόγο αυτό, τις επόμενες 3 με 4 ημέρες μετά τη θεραπεία, πρέπει να αποφεύγεται το ζεστό μπάνιο, καθώς και η έκθεση στο ζεστό αέρα και γενικότερα στη ζέστη. Επίσης, καλό είναι για το ίδιο χρονικό διάστημα να αποφεύγεται η γυμναστική, η λήψη ασπιρίνης και το αλκοόλ.

Με τη θεραπεία αυτή επιτυγχάνεται μείωση ως και εξάλειψη της υπεριδρωσίας για τους επόμενους 6-9 μήνες όσον αφορά τις μασχάλες και 5-7 μήνες όσον αφορά τις παλάμες και τα πέλματα. Η δράση του φαρμάκου ξεκινά μέσα σε 7-10 ημέρες από την ημέρα της έγχυσης.

Η μέθοδος αυτή είναι ασφαλής, απλή και εξαιρετικά αποτελεσματική, καθώς και ικανή να προσφέρει σημαντική βελτίωση στην ποιότητα της ζωής των ασθενών.

Στις ανεπιθύμητες ενέργειες έχουμε:

Ελάχιστο αίσθημα πόνου στα σημεία της έγχυσης όταν αυτά γίνονται στις μασχαλιαίες περιοχές. Στις παλαμοπελματιαίες εντοπίσεις το αίσθημα πόνου κατά τη διάρκεια της έγχυσης είναι μεγαλύτερο και για τη μείωση του χρησιμοποιούνται ψυχρά επιθέματα πριν την εφαρμογή της βοτουλινικής τοξίνης.

Επίσης, όσον αφορά την παλαμιαία υπεριδρωσία ενδέχεται σε ορισμένους ασθενείς να παρουσιαστεί μυϊκή αδυναμία τοπικά στα σημεία της έγχυσης, η οποία είναι προσωρινή και σταδιακά υποχωρεί.